λευκοσίδηρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λευκοσίδηρος | λευκοσίδηροι |
| γενική | λευκοσιδήρου ή λευκοσίδηρου |
λευκοσιδήρων ή λευκοσίδηρων |
| αιτιατική | λευκοσίδηρο | λευκοσιδήρους ή λευκοσίδηρους |
| κλητική | λευκοσίδηρε | λευκοσίδηροι |
[
]
Ετυμολογία
- λευκοσίδηρος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
λευκοσίδηρος αρσενικό