λευκοσίδηρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λευκοσίδηρος λευκοσίδηροι
γενική λευκοσιδήρου
& λευκοσίδηρου
λευκοσιδήρων
& λευκοσίδηρων
αιτιατική λευκοσίδηρο λευκοσιδήρους
& λευκοσίδηρους
κλητική λευκοσίδηρε λευκοσίδηροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λευκοσίδηρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λευκοσίδηρος αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]