λεφτά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- λεφτά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
λεφτά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό, σπάνια στον ενικό (λεφτό)
[
] Εκφράσεις
- (είναι) πολλά τα λεφτά Άρη: λέγεται για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση διαφθοράς
- κλαίω τα λεφτά (λεφτουδάκια) μου: λέγεται όταν θεωρούμε ότι δώσαμε τζάμπα λεφτά
- τα λεφτά σου ή τη ζωή σου: (κυρίως λόγια έκφραση για) απειλή κλέφτη
- τα πιάσαμε τα λεφτά μας ή τα βρήκαμε τα λεφτά μας:
- τζάμπα τα λεφτά
- τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια του: είναι πολύ πλούσιος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού
λεφτά
- λεφτάς, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
- λεφτό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού