λιμένας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιμένας < αρχαία ελληνική λιμήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λιμένας αρσενικό

  1. Περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων
    • για προστασία από καιρικές συνθήκες,
    • για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων,
    • για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών),
    • για τροφοδοσία και εφοδιασμό,
    • για επισκευές.
  2. (μεταφορικά) Το καταφύγιο.

Υποκοριστικό[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]