λιπαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιπαίνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈpɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λιπαίνω

  1. αλείφω ή εφοδιάζω με λιπαρή ουσία, πχ λάδι ή ορυκτέλαιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]