λιπαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- λιπαίνω < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
λιπαίνω
- αλείφω ή εφοδιάζω με λιπαρή ουσία, πχ λάδι ή ορυκτέλαιο