λιτανεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λιτανεία | λιτανείες |
| γενική | λιτανείας | λιτανειών |
| αιτιατική | λιτανεία | λιτανείες |
| κλητική | λιτανεία | λιτανείες |
[
]
Ετυμολογία
- λιτανεία < αρχαία ελληνική λιτανεύω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /li.ta.ˈni.a/
[
]
Ουσιαστικό
λιτανεία θηλυκό