λογισμικό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λογισμικό | λογισμικά |
| γενική | λογισμικού | λογισμικών |
| αιτιατική | λογισμικό | λογισμικά |
| κλητική | λογισμικό | λογισμικά |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
λογισμικό ουδέτερο
- πρόγραμμα ή μέρος προγράμματος υπολογιστή και η σχετική τεκμηρίωση