λογοκλοπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λογοκλοπή | λογοκλοπές |
| γενική | λογοκλοπής | λογοκλοπών |
| αιτιατική | λογοκλοπή | λογοκλοπές |
| κλητική | λογοκλοπή | λογοκλοπές |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
λογοκλοπή θηλυκό
- η αντιγραφή και ιδιοποίηση των λόγων ή του κειμένου ενός άλλου