λουκάνικο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λουκάνικο | λουκάνικα |
| γενική | λουκάνικου | λουκάνικων |
| αιτιατική | λουκάνικο | λουκάνικα |
| κλητική | λουκάνικο | λουκάνικα |
[
]
Ετυμολογία
- λουκάνικο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
λουκάνικο ουδέτερο
- φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
- κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες
[
]
Μεταφράσεις
λουκάνικο (φαγώσιμο)
λουκάνικο (σάκος)