λουκάνικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκάνικο λουκάνικα
γενική λουκάνικου λουκάνικων
αιτιατική λουκάνικο λουκάνικα
κλητική λουκάνικο λουκάνικα
Χωριάτικα λουκάνικα (1)
λουκάνικα (2)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λουκάνικο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λουκάνικο ουδέτερο

  1. φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
  2. κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες