λουκέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκέτο λουκέτα
γενική λουκέτου λουκέτων
αιτιατική λουκέτο λουκέτα
κλητική λουκέτο λουκέτα
ένα λουκέτο με τα κλειδιά του

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λουκέτο < ιταλική lucchetto < αρχαία γαλλική loquet, υποκοριστικό του loc < αρχαία φραγκική γλώσσα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λουκέτο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

[] Εκφράσεις

  • βάζω λουκέτο: κλείνω οριστικά ένα κατάστημα λόγω πτώχευσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες