λουκέτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λουκέτο | λουκέτα |
| γενική | λουκέτου | λουκέτων |
| αιτιατική | λουκέτο | λουκέτα |
| κλητική | λουκέτο | λουκέτα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
λουκέτο ουδέτερο
[
] Εκφράσεις
- βάζω λουκέτο: κλείνω οριστικά ένα κατάστημα λόγω πτώχευσης