λούστρος
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λούστρος | λούστροι |
| γενική | λούστρου | λούστρων |
| αιτιατική | λούστρο | λούστρους |
| κλητική | λούστρε | λούστροι |
[
]
Ετυμολογία
- λούστρος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
λούστρος αρσενικό
- Ο λούστρος έβαφε τα παπούτσια στο δρόμο των περαστικών, συνήθως τριγύριζε στα διάφορα καφενεία και σε καταστήματα αλλά και σε διάφορα σημεία των δρόμων για να βρει πελάτες.
Ο εξοπλισμός του ήταν ένα ξύλινο κασελάκι με πλαϊνές θήκες που είχε τις μπογιές και τις βούρτσες του και ότι άλλο χρειαζόταν για το γυάλισμα των παπουτσιών. Το κασελάκι αυτό με μακρύ λουρί για την μεταφορά του στον ώμο του λούστρου και ένα καρέκλι για να κάθεται από το ένα μέρος στο άλλο που πήγαινε. Ο πελάτης έβαζε το παπούτσι του στο κέντρο από το κασελάκι, πάνω σε μια μπρούντζινη βάση σε σχήμα ανάποδου πάτου παπουτσιού. Και ο λούστρος έκανε τη δουλειά του με γρήγορες κινήσεις: καθάρισμα, βάψιμο, γυάλισμα . Πάντα όμως πριν ξεκινήσει τοποθετούσε δυο κομμάτια χαρτόνια ή σκληρό πλαστικό στα πλαϊνά του παπουτσιού, ώστε να μη λερώνει τις κάλτσες του πελάτη. Το επάγγελμα δεν υπάρχει σήμερα που και που όμως μόνο στην Πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα θα συναντήσει κανείς κανέναν πλανόδιο λούστρο, ο οποίος αποτελεί κάτι το αξιοπερίεργο για τους τουρίστες.