λυκάνθρωπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λυκάνθρωπος | λυκάνθρωποι |
| γενική | λυκανθρώπου ή λυκάνθρωπου |
λυκανθρώπων ή λυκάνθρωπων |
| αιτιατική | λυκάνθρωπο | λυκανθρώπους ή λυκάνθρωπους |
| κλητική | λυκάνθρωπε | λυκάνθρωποι |
[
]
Ετυμολογία
- λυκάνθρωπος < αρχαία ελληνική
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /li.ˈkan.θɾɔ.pɔs/
[
]
Ουσιαστικό
λυκάνθρωπος αρσενικό
- άτομο που πάσχει από λυκανθρωπία
- πίστη κατά την οποία ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε λύκο
[
]
[
]
Μεταφράσεις
λυκάνθρωπος