λυκάνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λυκάνθρωπος λυκάνθρωποι
γενική λυκανθρώπου
& λυκάνθρωπου
λυκανθρώπων
& λυκάνθρωπων
αιτιατική λυκάνθρωπο λυκανθρώπους
& λυκάνθρωπους
κλητική λυκάνθρωπε λυκάνθρωποι
λυκάνθρωπος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λυκάνθρωπος < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /li.ˈkan.θɾɔ.pɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λυκάνθρωπος αρσενικό

  1. άτομο που πάσχει από λυκανθρωπία
  2. πίστη κατά την οποία ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε λύκο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]