λυκίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λυκίσκος λυκίσκοι
γενική λυκίσκου λυκίσκων
αιτιατική λυκίσκο λυκίσκους
κλητική λυκίσκε λυκίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λυκίσκος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λυκίσκος αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]