λυκόσκυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λυκόσκυλο λυκόσκυλα
γενική λυκόσκυλου λυκόσκυλων
αιτιατική λυκόσκυλο λυκόσκυλα
κλητική λυκόσκυλο λυκόσκυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λυκόσκυλο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λυκόσκυλο ουδέτερο

  1. ράτσα σκύλου (κανονική ονομασία γερμανικός ποιμενικός)

32πχ Μεταφράσεις[]