λυκόφως
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- λυκόφως < ελληνιστική κοινή < *λύκη (: αμυδρό φως) + φως. Η ρίζα *λύκη, πιθανόν ομόρριζη του λατινικού lux, απαντά μόνο σε σύνθετα. Βλέπε και λευκός, λύχνος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /li.ˈkɔ.fɔs/
[
]
Ουσιαστικό
λυκόφως ουδέτερο μόνο στον ενικό, γενική: του λυκόφωτος
- το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου
- (μεταφορικά) το τέλος μιας εποχής, μιας ιστορικής περιόδου
- Το Λυκόφως των Θεών (στην όπερα του Βάγκνερ, "Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν")
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
λυκόφως