λυκόφως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λυκόφως < ελληνιστική κοινή < *λύκη (: αμυδρό φως) + φως. Η ρίζα *λύκη, πιθανόν ομόρριζη του λατινικού lux, απαντά μόνο σε σύνθετα. Βλέπε και λευκός, λύχνος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /li.ˈkɔ.fɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λυκόφως ουδέτερο μόνο στον ενικό, γενική: του λυκόφωτος

  1. το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου
  2. (μεταφορικά) το τέλος μιας εποχής, μιας ιστορικής περιόδου
    Το Λυκόφως των Θεών (στην όπερα του Βάγκνερ, "Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν")

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες