λόρδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λόρδος λόρδοι
γενική λόρδου λόρδων
αιτιατική λόρδο λόρδους
κλητική λόρδε λόρδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόρδος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόρδος αρσενικό

ο λόρδος Βύρων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • η Βουλή των Λόρδων: το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα στο ΗΒ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]