λόφος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λόφος λόφοι
Γενική λόφου λόφων
Αιτιατική λόφο λόφους
Κλητική λόφε λόφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λόφος < αρχαία ελληνική λόφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈlɔ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λόφος αρσενικό

  • (γεωγραφία) ύψωμα χαμηλότερο από βουνό, με ύψος μικρότερο των 300 μέτρων

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Αρχαία ελληνικά (grc)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λόφος αρσενικό

Άλλες γλώσσες