λόφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λόφος | λόφοι |
| Γενική | λόφου | λόφων |
| Αιτιατική | λόφο | λόφους |
| Κλητική | λόφε | λόφοι |
Ετυμολογία
- λόφος < αρχαία ελληνική λόφος
Προφορά
Ουσιαστικό
λόφος αρσενικό
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ουσιαστικό
λόφος αρσενικό