λόχμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λόχμη λόχμες
γενική λόχμης λοχμών
αιτιατική λόχμη λόχμες
κλητική λόχμη λόχμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόχμη < αρχαία ελληνική λόχμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόχμη θηλυκό

  • δασοτόπι με πυκνή βλάστηση θάμνων, κατάλληλο για κρύπτη (αγριμιών)
    Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ' αερικό στο δέντρο)

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λόχμη λόχμα λόχμαι
Γενική λόχμης λόχμαιν λοχμῶν
Δοτική λόχμ λόχμαιν λόχμαις
Αιτιατική λόχμην λόχμα λόχμας
Κλητική λόχμη λόχμα λόχμαι
δοτική πληθυντικού και λόχμαισι(ν)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόχμη < λέχομαι (πλαγιάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόχμη θηλυκό

  1. λόχμη
    • ἔνθα δ’ ἄρ’ ἐν λόχμῃ πυκινῇ κατέκειτο μέγας σῦς. (Όμηρος, Οδύσσεια, 19, 439)
    • πέφνε δ’ Εὔρυτον, ὡς Αὐγέαν λάτριον / ἀέκονθ’ ἑκὼν μισθὸν ὑπέρβιον / πράσσοιτο, λόχμαισι δὲ δοκεύσαις ὑπὸ Κλεωνᾶν (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι, 10, 28-30)
  2. φωλιά άγριων θηρίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]