λόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λόχος λόχοι
γενική λόχου λόχων
αιτιατική λόχο λόχους
κλητική λόχε λόχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόχος < αρχαία ελληνική λόχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόχος αρσενικό

  1. μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το τάγμα και μεγαλύτερη από διμοιρία, που διοικείται από λοχαγό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόχος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόχος αρσενικό

  1. η στρατιωτική ενέδρα
    • η ενέργεια
    • ο τόπος
    • το τμήμα του στρατού που χρησιμοποιείται