λύκειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύκειο λύκεια
γενική λυκείου λυκείων
αιτιατική λύκειο λύκεια
κλητική λύκειο λύκεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λύκειο < αρχαία ελληνική Λύκειον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λύκειο ουδέτερο

  1. η δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αμέσως μετά το γυμνάσιο
  2. ένα σχολείο αυτής της βαθμίδας εκπαίδευσης
  3. τίτλος συλλόγων ή οργανώσεων με μορφωτικούς, πολιτιστικούς στόχους
    Λύκειο Ελληνίδων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]