λύπη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύπη | λύπες |
| Γενική | λύπης | λυπών |
| Αιτιατική | λύπη | λύπες |
| Κλητική | λύπη | λύπες |
Ετυμολογία
- λύπη < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
λύπη θηλυκό
- το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
συνώνυμα: θλίψη- ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον