λύσις
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- λύσις < αρχαία ελληνική , από το ρήμα λύω.
Ουσιαστικό [
]
λύσις θηλυκό
- Το λύσιμο.
- Απαλλαγή – αποχωρισμός (Φιλοσοφία): Λύση της ψυχής από το σώμα (Πλάτ. Φαίδων 67δ).
- Διακοπή - τέλος συνέχειας (Ιατρική): Λύση του δέρματος, λύση πυρετού, λύση της νόσου.
- Αποσυναρμολόγηση (Μηχανική, Οπλική): Λύση μηχανής, λύση όπλου.
- Διάλυση – τερματισμός: όπως στη (κοινωνιολ.): Λύση μνηστείας, λύση γάμου, (στρατηγική) Λύση πολιορκίας, αποκλεισμού, (αγημάτων): λύση ζυγών «ζυγούς λύσατε» κλπ.
- Ως τεχνικός όρος δυσκολίας: λύση αποριών, προβλημάτων κλπ.
- Τερματισμός (Θέατρο): Λύση της υπόθεσης, του δράματος, πχ «το ζήτημα βρήκε τη λύση του», «έφθασε στο τέλος» κλπ.
- Υποχώρηση (Ιατρική): Λύση της ασθένειας.
- Αποσύνθεση (Γραμματική): λύση φωνήεντος, σε δύο άλλα (πχ αρχαία ήλιος-ηέλιος), σύνθετης λέξης πχ. νηών πομπή αντί νηοπομπή).
- Ανασκευή (Ρητορική): λύση επιχειρημάτων και τέλος
- ως Διευθέτηση: λύση διαφορών,
Επίσης «Δόρπου λύσις» στην αρχαία ελληνική σήμαινε τόπος συμποσίου
Αντώνυμα [
]
(καθαρεύουσα) ====
Δείτε το λήμμα: ====