λύσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λύσις < αρχαία ελληνική , από το ρήμα λύω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λύσις θηλυκό

  • Το λύσιμο.
  1. Απαλλαγή – αποχωρισμός (Φιλοσοφία): Λύση της ψυχής από το σώμα (Πλάτ. Φαίδων 67δ).
  2. Διακοπή - τέλος συνέχειας (Ιατρική): Λύση του δέρματος, λύση πυρετού, λύση της νόσου.
  3. Αποσυναρμολόγηση (Μηχανική, Οπλική): Λύση μηχανής, λύση όπλου.
  4. Διάλυση – τερματισμός: όπως στη (κοινωνιολ.): Λύση μνηστείας, λύση γάμου, (στρατηγική) Λύση πολιορκίας, αποκλεισμού, (αγημάτων): λύση ζυγών «ζυγούς λύσατε» κλπ.
  5. Ως τεχνικός όρος δυσκολίας: λύση αποριών, προβλημάτων κλπ.
  6. Τερματισμός (Θέατρο): Λύση της υπόθεσης, του δράματος, πχ «το ζήτημα βρήκε τη λύση του», «έφθασε στο τέλος» κλπ.
  7. Υποχώρηση (Ιατρική): Λύση της ασθένειας.
  8. Αποσύνθεση (Γραμματική): λύση φωνήεντος, σε δύο άλλα (πχ αρχαία ήλιος-ηέλιος), σύνθετης λέξης πχ. νηών πομπή αντί νηοπομπή).
  9. Ανασκευή (Ρητορική): λύση επιχειρημάτων και τέλος
  10. ως Διευθέτηση: λύση διαφορών,

Επίσης «Δόρπου λύσις» στην αρχαία ελληνική σήμαινε τόπος συμποσίου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

(καθαρεύουσα) ====
Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ====