λῆμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λήμμα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λῆμμα λήμματε λήμματα
Γενική λήμματος λημμάτοιν λημμάτων
Δοτική λήμματι λημμάτοιν λήμμασι
Αιτιατική λῆμμα λήμματε λήμματα
Κλητική λῆμμα λήμματε λήμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λῆμμα < λαμβάνω (θέμα: ληβ-) + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λῆμμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε λαμβάνει κάποιος
  2. εισόδημα
  3. αποδοχές
  4. κέρδος, ωφέλεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: (λατινικά) lucrum
  5. επιχείρημα, προκείμενη συλλογισμού
  6. (ελληνιστική κοινή ) θέμα επιγράμματος