μάγισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγισσα μάγισσες
γενική μάγισσας μαγισσών
αιτιατική μάγισσα μάγισσες
κλητική μάγισσα μάγισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάγισσα < μάγος + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈma.ʝi.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάγισσα

  1. αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές
  2. (μεταφορικά) αυτή που μαγεύει τους άλλους, τους σαγηνεύει, τους γοητεύει
  3. (μεταφορικά) γριά μάγισσα: πολύ άσχημη γυναίκα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: μάγος

32πχ Μεταφράσεις[]