μάγισσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μάγισσα | μάγισσες |
| γενική | μάγισσας | μαγισσών |
| αιτιατική | μάγισσα | μάγισσες |
| κλητική | μάγισσα | μάγισσες |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μάγισσα
- αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές
- (μεταφορικά) αυτή που μαγεύει τους άλλους, τους σαγηνεύει, τους γοητεύει
- (μεταφορικά) γριά μάγισσα: πολύ άσχημη γυναίκα
[
]
- → δείτε τη λέξη: μάγος