μάζα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μάζα | μάζες |
| γενική | μάζας | μαζών |
| αιτιατική | μάζα | μάζες |
| κλητική | μάζα | μάζες |
Ετυμολογία [
]
- μάζα < αρχαία ελληνική μᾶζα
Ουσιαστικό [
]
μάζα θηλυκό
- (φυσική) ποσότητα της ύλης που έχει ένα σώμα
- αντικείμενο χωρίς συγκεκριμένο σχήμα που διαλύεται εύκολα
- Πού βρέθηκε αυτή η μάζα από χνούδι κάτω από το κρεβάτι;
- πολλά άτομα μαζί με εννιαία συμπεριφορά
Πολυλεκτικοί όροι [
]
- αδρανειακή μάζα: (φυσική) η αδράνεια στη μεταφορική κίνηση
- βαρυτική μάζα: (φυσική) το υπόθεμα της βαρύτητας
- ψυχολογία της μάζας: (κοινωνιολογία) μελέτη της διαμόρφωσης συγκεκριμένης ψυχολογίας σε πολλά άτομα ταυτόχρονα με το ίδιο μέσο
Δείτε επίσης [
]
- μάζα στη Βικιπαίδεια
