μάρκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάρκα μάρκες
γενική μάρκας
αιτιατική μάρκα μάρκες
κλητική μάρκα μάρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάρκα < ιταλική marca < πρωτογερμανικά *markō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *marǵ- (άκρη, σύνορο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάρκα θηλυκό

  1. σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση των προϊόντων κάποιας εμπορικής εταιρείας, συνήθως βιομηχανικής
  2. η ονομασία μιας τέτοιας εταιρείας
  3. αντικείμενο που χρησιμοποιείται αντί για νόμισμα σε παιχνίδια
    κάθε καζίνο χρησιμοποιεί δικές του μάρκες
  4. (μεταφορικά) έξυπνος, καταφερτζής
    μην τον βλέπεις έτσι! Είναι πολύ μεγάλη μάρκα αυτός!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • μάρκα μ' έκαψες:
    1. για να χαρακτηρίσουμε ένα πολύ κακό προϊόν
      μα πας κι αγοράζεις κάτι υπολογιστές "μάρκα μ' έκαψες" για να γλυτώσεις χρήματα και τελικά τα πληρώνεις διπλά
    2. για να χαρακτηρίσουμε έναν κακό ή πονηρό άνθρωπο

32πχ Μεταφράσεις[]