μάρκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μάρκα | μάρκες |
| γενική | μάρκας | |
| αιτιατική | μάρκα | μάρκες |
| κλητική | μάρκα | μάρκες |
[
]
Ετυμολογία
- μάρκα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μάρκα θηλυκό
- σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση των προϊόντων κάποιας εμπορικής εταιρείας, συνήθως βιομηχανικής
- η ονομασία μιας τέτοιας εταιρείας