μέλι

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μέλι μέλια
Γενική μελιού μελιών
Αιτιατική μέλι μέλια
Κλητική μέλι μέλια
μέλι και μια φέτα ψωμί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μέλι < αρχαία ελληνική μέλι (του μέλιτος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μέλι ουδέτερο (του μελιού και του μέλιτος, πληθυντικός : τα μέλια, χωρίς γενική)

  • ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τα φύλλα των φυτών
  • (μεταφορικά) άτομο που είναι πολύ "γλυκό" στους τρόπους ή στην εμφάνιση
  • (μεταφορικά) ευχάριστο άτομο

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις