μένω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μένω < αρχαία ελληνική μένω

Open book 01.svg Ρήμα[]

μένω , παρατ.: έμενα, στιγμ. μέλλ.: θα μείνω, αόρ.: έμεινα , μτχ.π.π.: μεινεμένος

  1. κατοικώ
    τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα
  2. εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δεν μετακινούμαι, παραμένω
    πες του να μείνει' εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει
  3. βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω
    μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια
  4. βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν
    έχω μείνει άναυδος
  5. απομένω
    μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός
  6. (στο σχολείο) αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά
    είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη
    έμεινε ανεξεταστέος σε τρία μαθήματα
  7. (για όχημα ή τον οδηγό του) παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί
    έμεινα από μπαταρία

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

Εκφράσεις[]

  • έμεινα ξερός, έμεινα σέκος, έμεινα στον τόπο, έμεινα τέζαβλέπε έκφραση: τα κακάρωσα

32πχ Μεταφράσεις[]