μέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μέρα < μεσαιωνική ελληνική μέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μέρα θηλυκό και ημέρα θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- βλέπω άσπρη μέρα: μέρα χαράς, μέρα χωρίς δυσκολίες και στενοχώριες
- δε βλέπω τη μέρα: ανυπομονώ
- η μέρα με τη νύχτα: για ανόμοια ή αντίθετα πράγματα
- κι αύριο μέρα είναι: για κάτι που μπορεί να συνεχιστεί ή να ολοκληρωθεί και την επομένη
- με βρίσκει η μέρα: ξημερώνω
- μέρα μεσημέρι: καταμεσήμερο
- μέρα παρά μέρα: κάθε δεύτερη μέρα
- μετρώ τις μέρες: ανυπομονώ
- μια μέρα και μια μέρα των ημερών: κάποτε
- όσο είναι μέρα: πριν βραδιάσει
[
] Παροιμίες
- η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται
- της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
μέρα
|
|