μέρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
μέρος < αρχαία ελληνική μέρος < μείρομαι
Ουσιαστικό
μέρος ουδέτερο (πληθυντικός μέρη)
- το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
- Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.
- ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
- Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.
- (ιδιωματισμός) το αποχωρητήριο, το WC
Εκφράσεις
- παίρνω το μέρος κάποιου: τον υποστηρίζω