μέρος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μέρος < αρχαία ελληνική μέρος < μείρομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μέρος ουδέτερο (πληθυντικός μέρη)

  1. το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
    Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.
  2. ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
    Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.
  3. (ιδιωματισμός) το αποχωρητήριο, το WC

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες