μέρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέρος μέρη
γενική μέρους μερών
αιτιατική μέρος μέρη
κλητική μέρος μέρη

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μέρος < αρχαία ελληνική μέρος < μείρομαι

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ɾɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μέρος ουδέτερο (πληθυντικός μέρη)

  1. το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
    Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.
  2. ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
    Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.
  3. (ιδιωματισμός) το αποχωρητήριο, το WC

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες