μέρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέρος μέρη
γενική μέρους μερών
αιτιατική μέρος μέρη
κλητική μέρος μέρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέρος < αρχαία ελληνική μέρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέρος ουδέτερο

  1. το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
    Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.
  2. ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
    Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.
  3. (ιδιωματισμός) το αποχωρητήριο, το WC

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέρος μέρει μέρη
Γενική μέρους μεροῖν μερῶν
Δοτική μέρει μεροῖν μέρεσι(ν)
Αιτιατική μέρος μέρει μέρη
Κλητική μέρος μέρει μέρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέρος < μείρομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέρος ουδέτερο

  1. μέρος, μερίδιο
  2. κληρονομιά, κλήρος
  3. μοίρα
  4. σειρά