μέτριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μέτριος μέτρια μέτριο
γενική μέτριου μέτριας μέτριου
αιτιατική μέτριο μέτρια μέτριο
κλητική μέτριε μέτρια μέτριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μέτριοι μέτριες μέτρια
γενική μέτριων μέτριων μέτριων
αιτιατική μέτριους μέτριες μέτρια
κλητική μέτριοι μέτριες μέτρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέτριος < αρχαία ελληνική μέτριος

Open book 01.svg Επίθετο []

μέτριος -ια -ιο, υπερθετικός: μετριότατος

  • που βρίσκεται σε ένα μεσαίο επίπεδο ως προς την ποιότητα ή την αξία ή το μέγεθος, μεσαίος
    ένας άνδρας μετρίου αναστήματος
  • μάλλον χαμηλής ποιότητας ή αξίας, όχι ιδιαίτερα αξιόλογος
    ένας άνθρωπος με μέτρια νοημοσύνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μέτριος αρσενικό

  • (για τον καφέ) χωρίς πολλή ζάχαρη
  • Παρακαλούμε, δύο μέτριους!

32πχ Μεταφράσεις []