μέτωπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μετόπη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέτωπο μέτωπα
γενική μετώπου μετώπων
αιτιατική μέτωπο μέτωπα
κλητική μέτωπο μέτωπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτωπο < αρχαία ελληνική μέτωπον < μετά + ὤψ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.tɔ.pɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτωπο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
  2. (κατ’ επέκταση) το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτηρίου)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρόσοψη
  3. η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
  4. (στρατιωτικός όρος) η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
  5. (κατ’ επέκταση) (στρατιωτικός όρος) χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις
  6. ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
  7. κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
  8. (μετεωρολογία) αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.
    ψυχρό μέτωπο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχω το μέτωπό μου καθαρό: δεν έχω διαπράξει καμιά παρανομία ή κάτι το ηθικώς επιλήψιμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έχω το μέτωπο ψηλά
  • κατάρρευση του μετώπου:
  • κατά μέτωπο:

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]