μήκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μήκος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μήκος ουδέτερο

  1. μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), η μέτρηση του μεγέθους κάποιου αντικειμένου από μία άκρη σε άλλη, κατά τον άξονα που βγάζει το μεγαλύτερο αθριμό σε σύγκριση με τους δύο άλλους κάθετους άξονες

32πχ Μεταφράσεις[]