μήτρα

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< αρχαίο ελληνικό μήτρα < μήτηρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μήτρα θηλυκό

  1. μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ορθό έντερο· στα τοιχώματά της προσκολλάται το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του.
  2. στην πλαστική, τη χαρακτική ή τη μεταλλουργία: το καλούπι
    Οι μήτρες των πρώτων χαρτονομισμάτων φυλάσσονται στο μουσείο.
  3. ο χώρος όπου διαμορφώνονται ιδέες, αξίες, πολιτισμοί κ.λπ. που στη συνέχεια διαδίδονται και αποκτούν καθολική ακτινοβολία
    η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η μήτρα του πολιτισμού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοιτίδα, λίκνο

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες