μαίανδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαίανδρος μαίανδροι
γενική μαιάνδρου μαιάνδρων
αιτιατική μαίανδρο μαιάνδρους
κλητική μαίανδρε μαίανδροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαίανδρος < αρχαία ελληνική
Ο Μαίανδρος είναι ένας ποταμός της Αρχαίας Λυδίας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.an.ðɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διακοσμητικός μαίανδρος από βότσαλα
μαίανδρος ποταμού

μαίανδρος αρσενικό

  1. γραμμικό διακοσμητικό σχήμα με ορθές γωνίες και ελισσόμενες ευθείες
  2. οι πολύ κλειστές στροφές ενός ποταμού

32πχ Μεταφράσεις[]