μαίνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μαίνομαι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
μαίνομαι
- βρίσκομαι σε κατάσταση μανίας
- (για καιρικά φαινόμενα) εκδηλώνομαι με ιδιαίτερη σφοδρότητα