μαγαζί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγαζί μαγαζιά
γενική μαγαζιού μαγαζιών
αιτιατική μαγαζί μαγαζιά
κλητική μαγαζί μαγαζιά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαγαζί < αραβική مخازن' (maχáːzin)), πληθυντικός του مخزن (máχzan)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαγαζί ουδέτερο

  • εμπορικό κατάστημα, κτήριο που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα

[] Εκφράσεις

  • τα μαγαζιά σου είναι ανοιχτά: το φερμουάρ του παντελονιού σου είναι ανοιχτό

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες