μαγαζί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαγαζί | μαγαζιά |
| γενική | μαγαζιού | μαγαζιών |
| αιτιατική | μαγαζί | μαγαζιά |
| κλητική | μαγαζί | μαγαζιά |
[
]
Ετυμολογία
- μαγαζί < αραβική مخازن' (maχáːzin)), πληθυντικός του مخزن (máχzan)
[
]
Ουσιαστικό
μαγαζί ουδέτερο
- εμπορικό κατάστημα, κτήριο που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
[
] Εκφράσεις
- τα μαγαζιά σου είναι ανοιχτά: το φερμουάρ του παντελονιού σου είναι ανοιχτό