μαγείρισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγείρισσα μαγείρισσες
γενική μαγείρισσας μαγειρισσών
αιτιατική μαγείρισσα μαγείρισσες
κλητική μαγείρισσα μαγείρισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγείρισσα < αρχαία ελληνική μαγείρισσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγείρισσα θηλυκό

  1. γυναίκα που ασκεί ως επάγγελμα τη μαγειρική
  2. η γυναίκα που μαγειρεύει
    η μάνα του ήταν καλή μαγείρισσα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε μάγειρας



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγείρισσα < μάγειρος + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγείρισσα θηλυκό

  1. που μαγειρεύει κρεατικά