μαζοχισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαζοχισμός | μαζοχισμοί |
| γενική | μαζοχισμού | μαζοχισμών |
| αιτιατική | μαζοχισμό | μαζοχισμούς |
| κλητική | μαζοχισμέ | μαζοχισμοί |
Ετυμολογία [
]
- μαζοχισμός < γαλλική masochisme, από το όνομα του συγγραφέα Leopold von Sacher-Masoch
Ουσιαστικό [
]
μαζοχισμός αρσενικό
- η σεξουαλική διαστροφή κατά την οποία ο πόνος γίνεται πηγή ηδονής
- η ιδιότητα μερικών ανθρώπων να αντλούν ευχαρίστηση από οδυνηρές καταστάσεις