μαθαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
μαθαίνω, παρατ.: μάθαινα, στιγμ. μέλλ.: θα μάθω, αόρ.: έμαθα , παθ.φωνή: μαθαίνομαι , μτχ.π.π.: μαθημένος
- αποκτώ γνώσεις πάνω σε κάποιο πράγμα
- έμαθα να οδηγώ
- πληροφορούμαι μια είδηση
- μόλις έμαθα ότι πέρασες στο διαγωνισμό
- τι μαθαίνω; παντρεύεσαι;
- διδάσκω
- προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα
- διδάσκομαι
- έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο
- συνηθίζω να κάνω κάτι
- έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους
[
] Εκφράσεις
- (παροιμία) μαθημένα τα βουνά στα χιόνια : για άνθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές
[
]
- μαθέ, μαθές
- μαθεύομαι
- μάθημα, μαθηματάκι
- μαθητής, μαθητούδι, μαθητάκος - μαθήτρια
- μαθητικός
- μάθηση
- μαθησιακός
- μαθηταριό
- μαθητεία, μαθητευόμενος, μαθητεύω
- μαθηματικός
- μαθηματικά, μαθηματική
- μαθημένος
- μαθητιώ
- μαθητολόγιο
- μάθος
- μαθός
[
]
Σύνθετα
και
[
]
Συνώνυμα
- 1 : ανακαλύπτω, αντιλαμβάνομαι, αποστηθίζω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ
- 2 : ακούω
- 4 : σπουδάζω
[
]
Αντώνυμα
- 1 : ξεμαθαίνω