μαθαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαθαίνω < μαθ- ( < μαθον, αόριστος του μανθάνω) + -αίνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ma.ˈθɛ.nɔ/

[] Open book 01.svg Ρήμα

μαθαίνω, παρατ.: μάθαινα, στιγμ. μέλλ.: θα μάθω, αόρ.: έμαθα , παθ.φωνή: μαθαίνομαι , μτχ.π.π.: μαθημένος

  1. αποκτώ γνώσεις πάνω σε κάποιο πράγμα
    έμαθα να οδηγώ
  2. πληροφορούμαι μια είδηση
    μόλις έμαθα ότι πέρασες στο διαγωνισμό
    τι μαθαίνω; παντρεύεσαι;
  3. διδάσκω
    προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα
  4. διδάσκομαι
    έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο
  5. συνηθίζω να κάνω κάτι
    έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους

[] Εκφράσεις

  • (παροιμία) μαθημένα τα βουνά στα χιόνια : για άνθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

και

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες