μαθητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαθητής μαθητές
γενική μαθητή μαθητών
αιτιατική μαθητή μαθητές
κλητική μαθητή μαθητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαθητής < αρχαία ελληνική μαθητής < ρίζα μαθ-, βλέπε μανθάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαθητής αρσενικό, μαθήτρια θηλυκό

  1. αυτός που παρακολουθεί τα μαθήματα ενός δασκάλου, που διδάσκεται από αυτόν
    ο Αλέξανδρος ήταν μαθητής του Αριστοτέλη
  2. αυτός που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου, επιστήμονα, φιλοσόφου, θρησκευτικού ηγέτη κλπ και συνεχίζει το έργο του
    οι μαθητές του Χριστού
  3. αυτός που φοιτά σε ένα σχολείο, δημοτικό, γυμνάσιο ή λύκειο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]