μακαρόνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακαρόνια
γενική μακαρονιών
αιτιατική μακαρόνια
κλητική μακαρόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μακαρόνια < πληθυντικός του μακαρόνι
ένα πιάτο μαγειρεμένα μακαρόνια με σάλτσα τομάτας και τυρί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μακαρόνια ουδέτερο στον πληθυντικό

  1. φαγητό με μακαρόνια, ίσως συνοδευμένα από κάτι άλλο που δηλώνεται ως προσδιοριστικό ή μαγειρεμένα με ιδιαίτερο τρόπο
    έχουμε σήμερα μακαρόνια με κιμά
  2. ένα πιάτο με αυτό με το φαγητό

32πχ Μεταφράσεις[]