μαλάκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαλάκας < μεσαιωνική ελληνική μαλάκ(α), "μαλάκυνση" -ας < ελληνιστική κοινή, μαλακ(ός), "παθητικός ομοφυλόφιλος"


Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ma. 'la .kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μαλάκας αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που αυνανίζεται, ο αυνανιζόμενος
  2. (υβριστικά) ο ποταπός, ο απεχθής, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο κ.α.
  3. (μεταφορικά) ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος
  4. (στην καθομιλουμένη) συνώνυμο ακόμα και του φίλος


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις []