μαλακίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαλακίζομαι < αρχαία ελληνική μαλακίζομαι < μαλακία

Open book 01.svg Ρήμα[]

μαλακίζομαι, παρατ.: μαλακιζόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα μαλακιστώ, αόρ.: μαλακίστηκα , μτχ.π.π.: μαλακισμένος

  1. (οικείο) αυνανίζομαι, αυτοϊκανοποιούμαι
  2. (οικείο) περνώ ασκοπα τον καιρό μου χωρίς να κάνω τίποτα παραγωγικό ή χρήσιμο
  3. (οικείο) κάνω μαλακίες, χοντρά λάθη


32πχ Μεταφράσεις[]