μανία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μανία | μανίες |
| γενική | μανίας | |
| αιτιατική | μανία | μανίες |
| κλητική | μανία | μανίες |
[
]
Ετυμολογία
- μανία < αρχαία ελληνική < μαίνομαι
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μανία θηλυκό
- (ιατρική) οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
- έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό
- (μεταφορικά) μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου
[
] Εκφράσεις
- με κάνει πυρ και μανία → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- μανία στη Βικιπαίδεια
