μανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανία μανίες
γενική μανίας
αιτιατική μανία μανίες
κλητική μανία μανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανία < αρχαία ελληνική μανία < μαίνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mn̥yo- < *men- (σκέφτομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ma.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μανία θηλυκό

  1. (ιατρική) οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
  2. έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λόξα, πάθος, ψύχωση
  3. (μεταφορικά) μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]