μανδαρίνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανδαρίνος μανδαρίνοι
γενική μανδαρίνου μανδαρίνων
αιτιατική μανδαρίνο μανδαρίνους
κλητική μανδαρίνε μανδαρίνοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μανδαρίνος < γαλλική mandarin

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μανδαρίνος αρσενικό

  1. τίτλος που δινόταν άλλοτε στην Κίνα και στην Kορέα, σε ανώτατους κρατικούς λειτουργούς
    • (μεταφορικά και μειωτικά¨: γραφειοκράτης, κάθε (δημόσιος) υπάλληλος ή αξιωματούχος που υπηρετεί τυφλά τους ανώτερούς του αντί των πολιτών, αποσκοπώντας σε ίδιον όφελος, αντί της υπηρεσίας.
      • οι κρατικοί λειτουργοί οι οποίοι με δολοπλοκίες "εν κρυπτώ και παραβύστω" προσπαθούν να αναρριχηθούν στην διοικητική μηχανή του κράτους, χρησιμοποιούν τον "τύπο" των νόμων και των διατάξεων προκειμένου να κερδίσουν υλικά οφέλη ικανοποιώντας προσωπικές φιλοδοξίες και αγνοώντας τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες