μανδαρίνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μανδαρίνος | μανδαρίνοι |
| γενική | μανδαρίνου | μανδαρίνων |
| αιτιατική | μανδαρίνο | μανδαρίνους |
| κλητική | μανδαρίνε | μανδαρίνοι |
[
]
Ετυμολογία
- μανδαρίνος < γαλλική mandarin
[
]
Ουσιαστικό
μανδαρίνος αρσενικό
- τίτλος που δινόταν άλλοτε στην Κίνα και στην Kορέα, σε ανώτατους κρατικούς λειτουργούς
- (μεταφορικά και μειωτικά¨: γραφειοκράτης, κάθε (δημόσιος) υπάλληλος ή αξιωματούχος που υπηρετεί τυφλά τους ανώτερούς του αντί των πολιτών, αποσκοπώντας σε ίδιον όφελος, αντί της υπηρεσίας.
- οι κρατικοί λειτουργοί οι οποίοι με δολοπλοκίες "εν κρυπτώ και παραβύστω" προσπαθούν να αναρριχηθούν στην διοικητική μηχανή του κράτους, χρησιμοποιούν τον "τύπο" των νόμων και των διατάξεων προκειμένου να κερδίσουν υλικά οφέλη ικανοποιώντας προσωπικές φιλοδοξίες και αγνοώντας τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου
- (μεταφορικά και μειωτικά¨: γραφειοκράτης, κάθε (δημόσιος) υπάλληλος ή αξιωματούχος που υπηρετεί τυφλά τους ανώτερούς του αντί των πολιτών, αποσκοπώντας σε ίδιον όφελος, αντί της υπηρεσίας.