μανδύας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μανδύας < αρχαία ελληνική μανδύας ή μανδύα
Ουσιαστικό [
]
μανδύας αρσενικό
- αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
- αρχιερατικό άμφιο στην ορθόδοξη εκκλησία
- (γεωλογία) το στρώμα μεταξύ του εξωτερικού πυρήνα της Γης και του φλοιού
- πρόσθετο προστατευτικό δομικό στρώμα σε κατασκευές
- Ενισχύσεις τοίχων με μανδύα σκυροδέματος
- (μεταφορικά) αυτό που αποκρύπτει μια αρνητική κατάσταση
- οικολογική καταστροφή με μαδύα νομιμότητας
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
- Αρχιερατικός μανδύας στη Βικιπαίδεια

- Μανδύας (γεωλογία) στη Βικιπαίδεια
