μανιώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μανιώδης μανιώδης μανιώδες
γενική μανιώδους μανιώδους μανιώδους
αιτιατική μανιώδη μανιώδη μανιώδες
κλητική μανιώδη(ς) μανιώδης μανιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη
γενική μανιωδών μανιωδών μανιωδών
αιτιατική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη
κλητική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανιώδης < αρχαία ελληνική μανιώδης

Open book 01.svg Επίθετο[]

μανιώδης -ης, -ες

  1. που έχει μια συνήθεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, που έχει μανία με κάτι
    μανιώδης καπνιστής, μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων, μανιώδης με την καθαριότητα
  2. κάτι που γίνεται με υπερβολικό πάθος ή συχνότητα, μανιωδώς
    μανιώδες κάπνισμα / με μανιώδη τρόπο / μανιώδης ενασχόληση με τους υπολογιστές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μανιώδης τὸ μανιῶδες οἱ, αἱ μανιώδεις τὰ μανιώδη
Γενική τοῦ, τῆς μανιώδους τοῦ μανιώδους τῶν μανιωδῶν τῶν μανιωδῶν
Δοτική τῷ, τῇ μανιώδει τῷ μανιώδει τοῖς, ταῖς μανιώδεσι τοῖς μανιώδεσι
Αιτιατική τὸν, τὴν μανιώδη τὸ μανιῶδες τοὺς, τὰς μανιώδεις τὰ μανιώδη
Κλητική μανιῶδες μανιῶδες μανιώδεις μανιώδη
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μανιώδει
Γενική-Δοτική μανιώδοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανιώδης < μανία + εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[]

μανιώδης αρσενικό και θηλυκό, το μανιῶδες ουδέτερο

  1. τρελός, παράλογος, ξέφρενος, ανέλπιδος
    • ...καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις, ἀπέβη: ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη. (και η υπόσχεση του Κλέωνος αν και παράλογη, τελικά τηρήθηκε: μέσα σε είκοσι μέρες έφερε τους άνδρες όπως είχε τοποθετηθεί ότι θα έπραττε)
  2. που προκαλεί τρέλα