μαντείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντείο μαντεία
γενική μαντείου μαντείων
αιτιατική μαντείο μαντεία
κλητική μαντείο μαντεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντείο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /man.ˈdi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντείο ουδέτερο

  • στην αρχαιότητα, το ιερό ενός θεού που έδινε χρησμούς, εκεί όπου οι μάντεις έδιναν απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεταν οι πιστοί
το μαντείο των Δελφών, το μαντείο της Δωδώνης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]