μαντολίνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντολίνο μαντολίνα
γενική μαντολίνου μαντολίνων
αιτιατική μαντολίνο μαντολίνα
κλητική μαντολίνο μαντολίνα
Mandolin.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαντολίνο < ιταλική mandolino < mandola + κατάληξη υποκοριστικού -ino

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /maⁿ.dɔ.ˈli.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαντολίνο ουδέτερο

  1. έγχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου, με τέσσερις διπλές χορδές, αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό μπράτσο διαιρεμένο σε τάστα
    το μαντολίνο είναι ιδιαίτερα αγαπητό στην επτανησιακή μουσική ως όργανο μελωδίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]