μανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανός < αρχαία ελληνική μανός

Open book 01.svg Επίθετο[]

μανός,ή,ό

  1. οκνηρός, χαλαρός, μαλθακός, χαύνος
  2. αραιός
  3. (κυπριακή διάλεκτος) ο φελλός από την δρυ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μανός

  1. αραιός βρόχος στο δίχτυ -στο μανωμένο ή μανωτό δίχτυ

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανός < πιθανόν από το μοδαρός και μαδνός ή ίσως ομόρριζο του μόνος

Open book 01.svg Επίθετο[]

μανός

  1. χαλαρός, αραιός, πορώδης, ισχνός
  2. λίγος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • μανῶς (σπανίως ή κατά αραιά διαστήματα)
  • μανότης (χαλαρότητα, αραιότητα, σπανιότητα)